Ή πώς να μην αγοράσεις καθρεφτάκια για ιθαγενείς. Οι τρεις κατηγορίες ανθρώπων στο λιμάνι και οι έμποροι της μύησης.
(Ή πώς να μην αγοράσεις καθρεφτάκια για ιθαγενείς)
Θα το δεις μόλις πατήσεις το πόδι σου στο λιμάνι. Δεν χρειάζεται να ψάξεις πολύ· οι άνθρωποι που θα σε υποδεχτούν χωρίζονται αμέσως σε τρεις κατηγορίες. Δώσε προσοχή, γιατί από το ποιον θα επιλέξεις να εμπιστευτείς, θα κριθεί αν θα δεις το νησί ή αν θα δεις απλώς την αντανάκλαση των χρημάτων σου πάνω του.
Υπάρχει ο «επαγγελματίας» της αρπαχτής, αυτός που βλέπει το καλοκαίρι σαν ένα τρίμηνο κατοστάρι. Θα τον καταλάβεις από τη βιασύνη του. Θα σου πουλήσει «εμπειρία Σαμοθράκης» σε πακέτο express, θα σου σερβίρει ξαναζεσταμένο κατσίκι, θα γκρινιάξει αν του ζητήσεις απόδειξη και θα σε κοιτάξει σαν ένα πορτοφόλι με σακίδιο που πρέπει να αδειάσει πριν σε πάρει πίσω το επόμενο Fast Ferries.
Δίπλα του, όμως, στέκεται ο επαγγελματίας που είναι ο πραγματικός φύλακας του τόπου. Αυτός ξέρει τι σημαίνει ο χειμώνας, όταν τα καράβια αποκλείονται για μέρες από τον βοριά. Είναι ο ταβερνιάρης που θα σου ακουμπήσει το χέρι στον ώμο και θα σου πει: «Σήμερα μην πάρεις κατσίκι, δεν μου άρεσε το κρέας που ήρθε, φάε φασολάκια». Είναι ο ντόπιος που θα σε κοιτάξει στα μάτια και θα σου εξηγήσει το μονοπάτι χωρίς να κοιτάζει το ρολόι του, μοιραζόμενος μαζί σου τον τρόπο που αναπνέει ο ίδιος μέσα στα βράχια.
Υπάρχει, όμως, και μια τρίτη κατηγορία, μια ειδική «κάστα» που ευδοκιμεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια κάτω από τη σκιά του Σάος: οι έμποροι της μύησης.
Όποιος σου ζητάει λεφτά για να σου δείξει τα αστέρια στη Σαμοθράκη, απλώς σου κλέβει τον ουρανό.
Αυτοί οι άνθρωποι έρχονται με βαρύγδουπους τίτλους, αυτοαποκαλούνται «Ενθυμητές των Μυστηρίων» ή «Συντονιστές Ενέργειας» και σου ζητούν εκατόν δέκα ευρώ το άτομο για να σου πουλήσουν αυτό που το νησί σου δίνει δωρεάν, αρκεί να βγάλεις τα παπούτσια σου. Σου τάζουν «Πεζοπορία Σιωπής σαράντα πέντε λεπτών στον Φονιά» — λες και η σιωπή χρειάζεται χρονόμετρο ή αρχηγό για να τη βρεις. Σου υπόσχονται κινητικούς διαλογισμούς την ώρα που χάνεται ο ήλιος, ηχοσυνεδρίες με gongs κάτω από τα πλατάνια και βαθιές εξισορροπήσεις στον Αρχαιολογικό Χώρο, «εμπνευσμένες από την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα».
Ας το ξεκαθαρίσουμε αυτό, πριν πληρώσεις την προκαταβολή των πενήντα πέντε ευρώ σε κάποιο τραπεζικό λογαριασμό: Τα Καβείρια Μυστήρια δεν γίνονται με γκρουπάκι, ούτε έχουν early bird discount.
Είναι σχεδόν αστείο να βλέπεις αυτούς τους κήρυκες του «νέου κόσμου» να χρησιμοποιούν τη φτηνότερη γλώσσα του μάρκετινγκ για να σε συνδέσουν με το αόρατο. Σου μιλάνε για τη Νίκη της Σαμοθράκης ως «πέτρινη πνοή που αψηφά τον χρόνο», αλλά στο τέλος της φόρμας συμμετοχής σου θυμίζουν να φέρεις σεντόνια και sleeping bag γιατί το βράδυ έχει ψοφόκρυο. Σου ζητάνε να παραδοθείς στη ροή του βουνού, αφού πρώτα τσεκάρουν αν συμπλήρωσες σωστά τα κουτάκια στη Google Φόρμα τους.
Η Σαμοθράκη δεν έχει ανάγκη από γκουρού με ηχογαβάθες. Το μόνο gong που χρειάζεται το νησί είναι ο ήχος από τα κουδούνια των κατσικιών στα ψηλά βράχια και το μπουμπουνητό του καταρράκτη. Το να πληρώνεις κάποιον για να σου κάνει «βάφτισμα» στη βάθρα, είναι η απόλυτη προσβολή προς το ίδιο το νερό. Το νερό σε βαφτίζει μόνο του, όταν γλιστρήσεις πάνω στην πράσινη γλίτσα της πέτρας και καταλάβεις ότι δεν είσαι ο κατακτητής, αλλά ο φιλοξενούμενος.
Η αγορά αυτή λειτουργεί επειδή οι άνθρωποι έρχονται ψάχνοντας μια προσομοίωση ελευθερίας. Επειδή φοβούνται την πραγματική αβεβαιότητα του άγνωστου, και προτιμούν να την αγοράσουν συσκευασμένη και οργανωμένη. Έτσι, στήνεται μια παράξενη ανταλλαγή ψευδαισθήσεων, όπου αυτό που ζητάνε, αυτό που τους πουλάνε και αυτό που τελικά προσφέρεται, δεν συναντιούνται ποτέ.
Η Αναζήτηση της Αυθεντικότητας
Όταν ζητάς αποσύνδεση, σου πουλάνε μια σιωπή με παρέα πενήντα ατόμων που προσπαθούν συντονισμένα να μη μιλήσουν. Όμως η ησυχία του νησιού θα σε βρει μόνο όταν κάτσεις μόνος σου στο ρέμα του Ξηροποτάμου, εκεί που ο μοναδικός ήχος που απομένει είναι ο αέρας που περνάει μέσα από τις κουφάλες των γερασμένων πλατάνων.
Όταν ψάχνεις τον μυστικισμό, σου αντιπροτείνουν ομιλίες για την «Αξίερο» και τη Μεγάλη Μητέρα, ξεχνώντας ότι τα μυστήρια δεν παραδίδονται με σημειώσεις. Το πραγματικό δέος είναι μια ξαφνική δίψα που σε πιάνει καθώς περπατάς στην Παλαιόπολη το σούρουπο, όταν οι τουρίστες έχουν φύγει και τα αρχαία μάρμαρα αρχίζουν να αναπνέουν, αναδύοντας μια μυρωδιά από ξερό θυμάρι και καυτή αλμύρα.
Ακόμα και η σύνδεση με τη φύση μεταφράζεται σε «οργανωμένο κάμπινγκ με έκπτωση δεκαπέντε τοις εκατό στα γεύματα». Αλλά η φύση εδώ δεν κάνει εκπτώσεις στη γνωριμία της. Σύνδεση είναι η υγρασία που σου τρυπάει τα κόκκαλα το ξημέρωμα στους Βαράδες, η λάσπη που κολλάει στα πόδια σου και εκείνη η πρωτόγονη ανάγκη να αφήσεις στην άκρη την αστική σου ευγένεια για να ζητήσεις λίγη φωτιά ή έναν καφέ από τον άγνωστο της διπλανής σκηνής.
Αν θέλεις, λοιπόν, να ζήσεις τη Σαμοθράκη, πρέπει να βγεις από το τρίγωνο της τουριστικής και πνευματικής κατανάλωσης. Πρέπει να προσπεράσεις τα Θέρμα και τον Φονιά και να ψάξεις τις γωνιές που δεν χωράνε σε φυλλάδια.
Χάσου στα πάνω στενά της Χώρας, εκεί που τα σπίτια είναι χτισμένα το ένα πάνω στο άλλο για να κρύβονται από τους πειρατές. Ανέβα στο Κάστρο των Γατελούζων την ώρα που φυσάει. Εκεί δεν χρειάζεσαι «διαλογισμό εξισορρόπησης». Ο αέρας σε ισορροπεί με τη βία, είτε το θέλεις είτε όχι.
Βγές και έξω απ' τη χώρα. Ψάξε να βρεις το Θοδωρή με τα γαϊδουράκια του, κατέβα προς τα Αλώνια να πιεις έναν καφέ ή ένα τσίπουρο στον Μαθιό. Κάτσε με τους ντόπιοι, άκου λίγα γνήσια Σαμοθρακίτικα, προσπάθησε να τα καταλάβεις και άφησε την ώρα να κυλήσει χωρίς πρόγραμμα.
Ανέβα μέχρι τον Προφήτη Ηλία και περπάτα το μονοπάτι προς το Σφεντάμι. Κι ας μην φτάσεις ποτέ στην Πηγή· δεν σε νοιάζει ο προορισμός. Η ίδια η διαδρομή σε αποζημιώνει, καθώς προχωράς νιώθοντας ότι περπατάς στην κορυφή του κόσμου, με το Αιγαίο να απλώνεται στα πόδια σου. Κι αν πάλι δεν έχεις αντοχή, σταμάτα στο χωριό, στο Λάκκωμα, να δοκιμάσεις τους μεζέδες της Σταυρούλας.
Και κάποια μέρα, βρες το καραβάκι που κάνει τον γύρο του νησιού. Άφησέ το να σε πάει πέρα από την Παχιά Άμμο, εκεί που ορθώνεται η επιβλητική Κρέμαση και το τοπίο συνεχίζει άγριο προς τον Κήπο. Εκεί η Σαμοθράκη σταματά να είναι «νεραϊδένια» και γίνεται σεληνιακή. Μαύρα βότσαλα, άγρια θάλασσα, βράχια γυμνά και ξερά που τα χτυπάει αλύπητα ο ήλιος και ο νοτιάς. Εκεί δεν υπάρχουν πλατάνια για να κάνεις «φυσικό σπα». Υπάρχει μόνο η απεραντοσύνη, ένας καθρέφτης που σε αναγκάζει να κοιτάξεις βαθιά μέσα σου, χωρίς gongs και ψεύτικους καθοδηγητές να σου κάνουν πλύση εγκεφάλου.
Το νησί δεν πουλάει μύηση, γιατί η μύηση δεν είναι προϊόν. Είναι το κόστος του να είσαι εκεί, παρών, χωρίς μεσάζοντες. Όποιος σου ζητάει λεφτά για να σου δείξει τα αστέρια στη Σαμοθράκη, απλώς σου κλέβει τον ουρανό.