Ή η συμφωνία της απόλυτης ησυχίας. Οι τέσσερις εποχές του νησιού σαν μια ζωντανή συμφωνία του Vivaldi έξω από το παράθυρό σου.
(Ή η συμφωνία της απόλυτης ησυχίας)
Αν στο πρώτο κεφάλαιο η Σαμοθράκη σου συστήθηκε μέσα από την Αρχή της Απροσδιοριστίας, ο τρόπος για να τη ζήσεις μοιάζει με τις Τέσσερις Εποχές του Vivaldi. Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για μια εκτέλεση σε κάποιο αποστειρωμένο μέγαρο μουσικής, αλλά για μια ζωντανή, άγρια συμφωνία που παίζεται ακριβώς έξω από την πόρτα σου, δώδεκα μήνες τον χρόνο.
Όποιο σπίτι κι αν διαλέξεις για καταφύγιό σου, το βουνό σε περιμένει να ανοίξεις το παράθυρο. Δεν χρειάζεται αυτοκίνητο, δεν χρειάζεται να τρέξεις. Το μόνο που απαιτείται από εσένα είναι να αφεθείς στον ρυθμό και στη μουσική του τόπου.
Allegro: Η Άνοιξη και το Ξύπνημα
Η συμφωνία ξεκινάει με ένα ξαφνικό, ορμητικό Allegro. Η άνοιξη στη Σαμοθράκη δεν έρχεται ντροπαλά· έρχεται με μια έκρηξη που συγκλονίζει το βουνό. Καθώς η μέρα μεγαλώνει, τα χιόνια λιώνουν ψηλά στο Σάος και εκατομμύρια τόνοι κρυστάλλινου νερού κατεβαίνουν με μανία, γεμίζοντας δεκάδες ρυάκια και ποταμάκια σε κάθε χαρακιά του.
Το πράσινο του κάμπου είναι τόσο έντονο που σχεδόν σε τυφλώνει. Βγαίνεις έξω και σε κυκλώνει το βουητό των μελισσών, το τραγούδι των πουλιών και οι μυρωδιές από το άγριο θυμάρι και το φασκόμηλο.
Μετά το Πάσχα, όμως, η μουσική αλλάζει διακριτικά. Το νησί μπαίνει σε μια παράξενη φάση αναμονής. Οι πρώτοι "επαγγελματίες" και ""επαγγελματίες"" καταφθάνουν και μεταφέρουν μαζί τους την γλυκιά προσμονή των πρώτων αφίξεων. Αρχίζει σιγά σιγά σαν βροχούλα που θα γυρίσει στην καταιγίδα, όταν το τοπίο παραδοθεί στον πανικό.
Καταλαβαίνεις ότι η ζωή δεν σταματάει επειδή έσβησαν οι οθόνες. Αντίθετα, τώρα ξεκινάει.
Presto: Το Καλοκαίρι του Θορύβου
Και τότε, η μουσική γυρνάει σε ένα γρήγορο, επιθετικό Presto. Το καλοκαίρι η Σαμοθράκη υποφέρει, και υποφέρει από τους ίδιους τους ανθρώπους που λένε ότι τη λατρεύουν. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, το νησί μετατρέπεται σε ένα απέραντο ψυχιατρείο της πόλης που απλώς μεταφέρθηκε στο Αιγαίο.
Ο κόσμος ξεβράζεται από το καράβι κουβαλώντας μαζί του όλη την υστερία, την ταχύτητα και τα νεύρα της ασφάλτου. Έρχονται για να «χαλαρώσουν», αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να γεμίσουν τα Θέρμα με τη φασαρία των εξατμίσεων, να πνίξουν τα μονοπάτια στα πλαστικά μπουκάλια και να μεταδώσουν τη δική τους εσωτερική νευρικότητα σε ένα βουνό που ζητάει μόνο σιωπή. Ψάχνουν την ελευθερία, αλλά τη θέλουν με Wi-Fi και γρήγορο σέρβις. Όλη αυτή η καλοκαιρινή βαβέλ είναι απλώς ένας θόρυβος. Αν έρθεις τότε, θα ακούσεις τα πάντα εκτός από το ίδιο το νησί.
Adagio: Το Φθινόπωρο της Μεγάλης Αποσυμπίεσης
Μόλις φύγει και το τελευταίο καράβι της γραμμής, ο Vivaldi χαμηλώνει τους τόνους σε ένα βαθύ, ανακουφιστικό Adagio. Το φθινόπωρο στη Σαμοθράκη είναι η εποχή της χρυσής σιωπής. Τα πλατάνια αρχίζουν να ρίχνουν τα φύλλα τους, στρώνοντας τα μονοπάτια με ένα βαρύ χαλί από σκουριά και πορτοκαλί.
Ανοίγεις το παράθυρο το πρωί και η μυρωδιά από το βρεγμένο χώμα και το ώριμο φύλλο σε μεθάει. Τα ρέματα αρχίζουν να κελαρίζουν ξανά με έναν ήχο γλυκό, νωχελικό, αφού η κάψα του καλοκαιριού έχει πια σβήσει. Είναι η ιδανική στιγμή για να κάτσεις στο κατώφλι σου με μια κούπα ζεστό καφέ, να δεις τα σύννεφα να χαϊδεύουν τις κορυφές του βουνού και να νιώσεις ότι, επιτέολυς, ο χρόνος σταμάτησε να σε κυνηγάει.
Largo: Ο Χειμώνας του Καταφυγίου
Ο χειμώνας εδώ δεν έχει καμία σχέση με το γκρίζο και την αποξένωση της πόλης. Εδώ, σε επιστρέφει στα βασικά, στα αληθινά. Όταν τα σύννεφα κατεβαίνουν χαμηλά και η βροχή αρχίζει να ρυθμίζει τον ρυθμό της ημέρας, το νησί σε αγκαλιάζει σαν μια βαριά, μάλλινη κουβέρτα.
Για να λέμε την αλήθεια ο χειμώνας θα σου ζητήσει και τα ρέστα. Θα έρθουν εκείνες οι μέρες που ο βοριάς θα λυσσάξει, το χιόνι θα κλείσει τους δρόμους και το νησί θα μείνει για μέρες χωρίς ρεύμα και ίντερνετ. Στην αρχή, ο αστός μέσα σου θα πανικοβληθεί. Θα ψάχνει σήμα στο κινητό, θα νιώσει αποκλεισμένος. Μετά όμως, έρχεται η συνθηκολόγηση. Αρκεί, βέβαια, να έχεις προνοήσει· να έχεις γεμίσει την αποθήκη ξύλα, να έχεις στο κελάρι τα απαραίτητα και να έχεις στην άκρη κάμποσο ντόπιο κρασάκι.
Όταν πέφτει η μεγάλη νύχτα του χειμώνα, η ζωή μαζεύεται αναγκαστικά γύρω από τη φωτιά. Είναι η ώρα που ανάβεις τα κεριά, ακουμπάς τα ντόπια λουκάνικα πάνω στην καυτή πλάκα της ξυλόσομπας και αφήνεις το τσιτσίρισμα να γίνει ο μόνος ήχος στο δωμάτιο. Χωρίς το scroll-αρισμα στο κινητό, χωρίς τον θόρυβο των ειδήσεων, οι άνθρωποι αναγκάζονται να κάνουν κάτι που έχουν ξεχάσει: να κοιταχτούν στα μάτια, να ακούσουν ο ένας τον άλλον και να μοιραστούν ένα ποτήρι χωρίς τη βιασύνη του «μετά».
Και τότε, καθώς τσουγκρίζεις τα ποτήρια στο μισοσκόταδο, θυμάσαι εκείνο το παλιό ανέκδοτο και χαμογελάς: «Άστα, χάλια περνάμε… Το κρασί είναι παλιό, το τυρί μουχλιασμένο, το χαβιάρι μαύρο… άστα χάλια!»